Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

Θουκυδίδου & Περικλέους γωνία

Όταν ξεκίνησα το blog αυτό, είχα στο νου μου να είναι μια διαρκής διακωμώδηση ή σάτιρα ή ανοησία, όπως θέλετε πείτε το. Ο νους μου βέβαια, από την άλλη, δεν απέχει και πολύ απ' την ξεθυμασμένη γκογκαγκόλα : τη σήμερον πομφολυγοβριθής, την επαύριον δεν πίνεται. Υπάρχουν, φυσικά, και οι ανώμαλοι, που την προτιμούν ξεθυμασμένη. Αλλά εδώ, υποθέτω, μαζευόμαστε κυρίως καλλιεργημένοι αθρώποι, δηλαδή άτομα που σέβονται το ανθρακικό, μέχρι και την τελευταία φυσαλίδα του. Είπα, λοιπόν, στον εαυτό μου : ρε Κώστα, αφού σ' έχουν απασχολήσει τόσα και τόσα ιστορικά ζητήματα - τουλάχιστον δύο - κατά καιρούς, γιατί δεν πιάνεις να τα θίξεις, όμοια, κι εκείνα; Και στο κάτω-κάτω, δε σ' εμποδάει κανείς να κάμεις και την πλάκα σου! Το σκέφτηκα από 'δω, το σκέφτηκα από 'κει, Κώστα μπορεί να μη με λένε, αλλά ο λόγος που μου απηύθυνα μου φάνηκε ορθός. Έτσι και τ' αποφάσισα. Σήμερα θα πούμε κάτι σοβαρό, αλλά όχι 100% σοβαρά.

Θυμήθηκα, πρόσφατα, μια υπέροχη ατάκα του Περικλέους (το 'γραψα έτσι, ώστε να φανερώσω την καλλιέργειά μου) βγαλμένη από 'κείνες τις όμορφες ιστορίες του Θουκυδίδους (κι αυτό, από καλλιέργεια το 'γραψα), η οποία με είχε κάνει εντύπωση και μάλιστα σε τέτοιο βάθος, ώστε δε νομίζω να την ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Παρόλα αυτά, ξέχασα πού ακριβώς την είχα διαβάσει. Έτσι και εκ παραδρομής, μάταια την έψαχνα, καιρό πολύ, στα περί του Επιταφίου, ενώ είχε λεχθεί ένα κλικ και κάτι νεκρούς νωρίτερα. Βρε, ήμουν τόσο σίγουρος πως είχε λεχθεί στον Επιτάφιο, ώστε λίγο έλλειψε να πάω να μάθω αρχαία ελληνικά, προκειμένου να την αναζητήσω στο πρωτότυπο. Ευτυχώς, όμως, τη βρήκα και γλίτωσα ένα σωρό ανώμαλα ρήματα.

Λίγο πριν το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού Πολέμου, λοιπόν, οι Αθηναίοι έχουν συγκαλέσει την Εκκλησία του δήμου τους και last but no least ανεβαίνει στο βήμα ο Περικλής. Βάνει την περικεφαλαία του σ' ένα κοτρώνι παρά δίπλα, σφουγγίζει τον ιδρώτα απ' το μέτωπο και πιάνει κατόπιν να λέει τα ρητορικά του. Ένα γύρω, επικρατεί ηλεκτρισμένη ησυχία, μόνο κάτι ψίθυροι. Όλοι οι Αθηναίοι κρέμονται απ' τα χείλη του. Κρέμονται όχι τόσο για να πάρουν μιαν απόφαση, μιας και στην καρδιά τους έχουν ήδη αποφασίσει, μ' αναζητούν εκείνο το άλλοθι, που θα μοιράσει την ευθύνη μιας τόσο βαριάς απόφασης. Γυρεύουν χείλη σταθερά, να εκφράσουν το ζητούμενο, με τρόπο τέτοιον, ικανό να άρει κάθε αντίβαρο αμφιβολίας. Όλα ετούτα, τα βρίσκουν στο πρόσωπο του Περικλή, σπουδαίου και σεβαστού, ανάμεσα στους πολίτες. Σας το θυμίζω, μπας και δεν έχετε ξανακούσει να μιλάνε για δαύτον. Λέει, τώρα, διάφορα ο Περικλής, που 'ναι ωραία να πιάσετε να τα διαβάσετε μονάχοι σας, παρά να σας τα μεταφέρω εγώ ή κανάς άλλος χυδαίος. Μα κάποτε, φτάνω και στο σημείο εκείνο, που κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι συγκεντρωμένη ολάκερη η μάζα και η ουσία, αυτού του ιστορικού σημειώματος. Γιατί, πιο σημαντικό θεωρώ να κατανοήσει κανείς πώς αντιλαμβάνονταν οι Αθηναίοι εαυτούς, παρά τις ακριβείς δικαιολογίες της ανάμειξής τους. Καθόσον και γιατί - αποστάζοντας το νόημα του Θουκυδίδη - όλα τα υπόλοιπα, δεν ήταν παρά εκλογικεύσεις της αυξανόμενης αθηναϊκής ισχύος κι εύκολα ο λόγος τάδε, θα μπορούσε ν' αντικατασταθεί από το λόγο δείνα. Οι παρακάτω κουβέντες, ωστόσο, δε θα μπορούσαν ν' αντικατασταθούν ή να υποκατασταθούν από το παραμικρό, δίχως ν' ανατρέψουν άρδην καθαυτή την κοσμοαντίληψη, εκείνων των ιδιαίτερων ανθρώπων.

Απόγονος του Περικλή, στο δρόμο προς την Πνύκα.
 
Αντιγράφω, λοιπόν, από τη μετάφραση του Σκουτερόπουλου των εκδόσεων Πόλις - για την οποία λέει πήρε και βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, και παραλίγο να σκάσω τριάντα ευρουλάκια για πάρτη της, αλλά μετά θυμήθηκα πως υπάρχει κι η Πρωτοπορία κι έδωσα μόνον είκοσι-δύο και κάτι ψιλά. Μεταξύ μας, εκείνη η παλιότερη μετάφραση που 'χα στη ντιβανοκασέλα, της κυρίας Διονυσίας Μπιτζιλέκη απ' τις εκδόσεις Πάπυρος, είναι όλα τα λεφτά, γιατί έχει περισσότερο μελάνι και ωραίες εικόνες και χάρτες και είναι σαν παραμύθι. Και η μετάφραση είναι ανάλαφρη και χαριτωμένη. Με την καλή έννοια. Γλυκόπιοτη. Από την άλλη ο τσιμεντόλιθος του Σκουτερόπουλου, που σίγουρα δε διαβάζεται στο κρεβάτι - εκτός κι αν έχεις μεγάλη μπάκα - αποπνέει, όντως, μια ακαδημαϊκίλα.

Γράφει, λοιπόν, στο [144] του Θουκυδίδη, αλλά σελίδα 211 του Σκουτερόπουλου :

« [ ... ] Αναλογιστείτε τούτο. Εάν ήμασταν νησιώτες, ποιοι θα ήσαν πιο άτρωτοι από εμάς; Πρέπει, έτσι, και τώρα να σκεφθούμε όσο γίνεται περισσότερο σαν νησιώτες και, εγκαταλείποντας την ύπαιθρο και τα σπίτια μας εκεί, να υπερασπιστούμε την κυριαρχία στη θάλασσα και την πόλη μας, και να μη δίνουμε αποφασιστική μάχη με τους Πελοποννησίους, που είναι πολύ περισσότεροι, παρασυρμένοι από την οργή μας για εκείνα που αφήσαμε (γιατί, κι αν τους νικήσουμε, πάλι θα έχουμε να πολεμήσουμε με όχι λιγότερους από αυτούς, κι εάν ηττηθούμε, θα χαθούν επιπλέον και οι σύμμαχοι, στους οποίους στηρίζεται η δύναμή μας ∙ γιατί δεν θα καθίσουν ήσυχοι, αν εμείς δεν είμαστε σε θέση να εκστρατεύσουμε εναντίον τους), να μη θρηνούμε και οδυρόμαστε για σπίτια και για κτήματα αλλά για τους ανθρώπους ∙ γιατί δεν φτιάχνουν αυτά τους ανθρώπους, οι άνθρωποι όμως αποκτούν πάλι σπίτια και χωράφια [η υπογράμμιση δική μου] Αν μάλιστα πίστευα ότι θα σας έπειθα, θα σας προέτρεπα να βγείτε οι ίδιοι να τα καταστρέψετε και να δείξετε στους Πελοποννησίους πως γι' αυτά τουλάχιστον δεν πρόκειται να υποκύψετε. [ ... ] »

Ο λόγος αυτός είναι τόσο καθαρός και λείος, που κεραυνοβολεί σαν ηλεκτροστατικό νυστέρι. Η αντίθεσή του με τα σημερινά εθνικιστικά ιδεολογήματα είναι τόσο εκκωφαντική, ώστε κι οι κωφοί την ακούν και οι τυφλοί τη βλέπουν. Οι άνθρωποι εκείνοι, που σήμερα καλούμε και καλά προγόνους, δεν είχαν την παραμικρή πολιτισμική σχέση με τη σημερινή μας μπίχλα, δε πα' να χτυπιέστε σαν τ' αυγά στο αυγολέμονο. Και αυτό είναι, φυσικά, προς τιμή των πρώτων και δικό μας όνειδος. Οι άνθρωποι εκείνοι συνιστούσαν κοινωνία, με όλη τη σημασία της λέξης - με γεύση, οσμή κι απόχρωση - κι όχι η εθνική πλαστικούρα, που εννοούμε σήμερα. Στο σημείο ετούτο, μην κατηγορηθώ ωστόσο για κλάψα-μιζέρια των παππούδων «α πάει χάλασε η κοινωνία» και «παλιά τα φτιάχνανε καλύτερα», γιατί μέσες-άκρες στην ίδια ατομική κοινωνία ζούσαν κι οι παππούδες, που ονειρεύονταν διαμερισματάκια, στις παλιές, ελληνικές ταινίες. Εδώ μιλάμε για άλλη ποιότητα, εντελώς. Η κοινωνία των Αθηναίων ήταν ζωντανός οργανισμός, που παλλόταν και ανάπνεε. Ένα οργανικό πνεύμα σαρκωμένο στη σχέση περισσότερο, παρά στα σώματα καθαυτά. Σε καμία περίπτωση το τσούρμο των σημερινών αστών, των φυλακισμένων στα μεθοριακά δεσμά και στις μεγάλες τους ιδέες - με άλλα λόγια, μια φάρα ψυχολογικά ηττημένων.

Εδώ δεν ωραιοποιώ τους ανθρώπους εκείνους, με τα χίλια-μύρια τους ελαττώματα. Αλλά κακοί-στραβοί, η κοινωνία που συνέθεταν ήταν πλήρης νοήματος κι όχι κορώνες στα... «τσοντοκάναλα». Αυτή η ψυχοσύνθεση ανθρώπων ικανών να παρατήσουν υλικές εστίες, ανά πάσα στιγμή, προκειμένου διασώσουν την πραγματική εστία, δηλαδή τη σχέση τους, εμένα προσωπικά με αφήνει με το στόμα ανοιχτό και, μάλιστα, να στάζει λίγο σάλιο. Διαβάζω τη σημειωμένη φράση, την ξαναδιαβάζω και δεν τη χορταίνει ο νους μου. Να, κάτσε να την αντιγράψω και στ' αρχαία, μπας και τη θυμάμαι έτσι, αλώβητη από μεταφράσεις (συγγνώμη, εκ των πρωτέρων, για την έλλειψη πολυτονικού) :

« [ ... ] την τε ολόφυρσιν μη οικιών και γης ποιείσθαι, αλλά των σωμάτων ∙ ου γαρ τάδε τους άνδρας, αλλ' οι άνδρες ταύτα κτώνται [ ... ] »

Η καθαρότητα ετούτη, συνιστά καθαρότητα για τον απλό λόγο πως η συνδετική ύλη των ανθρώπων στέκεται αμιγής από συμφεροντολογικές, χρηστικές και μεταφυσικές κατασκευές του νου. Ακόμα κι αν ένας αληθινός γνώστης της ιστορίας διέκρινε απαρχές κοινών χαρακτηριστικών με τα σημερινά μας έθνη (ίσως λέω), στην τελική η επικρατούσα αρχή, ο αποχρών λόγος, ήταν εντελώς ξένης ποιότητας από τα σημερινά εθνικά ιδεώδη και εδάφη. Από τα συμφραζόμενα κι όλο το σκηνικό της εποχής, υποθέτω (κι ίσως σφάλλω) πως ένας αρχαίος Αθηναίος θ' άφηνε, δίχως πολύ μουρμούρα, να «χαθεί» μια βραχονησίδα, αν τούτο δεν ήταν προς συμφέρον του. Η γλώσσα των ομιλητών είναι αληθινή σα μαχαίρι : από τη μία υπάρχουν συμφέροντα, ισχύς και πλούτος, κι από την άλλη υπάρχει η κοινωνία των ανθρώπων. Τα δύο αυτά δεν μπλέκονται. Μια βραχονησίδα, μια ονομασία, ένας κάμπος με περβόλια, συνιστούν ή όχι συμφέρον με όρους υλικούς, μα δε συνιστούν άλλης μορφής κέρδος ή βλάβη, δηλαδή με όρους ηθικούς ή άλλους. Τολμούσαν οι άνθρωποι να λένε τα σύκα σύκα, δίχως να επενδύουν τις συμφεροντολογικές τους επιδιώξεις με ηθικιστικούς μανδύες. Τούτα τα μολυσματικά νοσήματα συμβαίνουν άμα τη εμφανίσει άλλων πολιτικών δομών, όπως τα κράτη, στα οποία οι εκπρόσωποι των συμφερόντων και οι εκπρόσωποι της κοινωνίας (δηλαδή, οι ίδιοι οι πολίτες) είναι κάστες ξεχωριστές. Και συνεπώς, θα πρέπει οι πρώτοι ν' ανακαλύπτουν διαρκείς προφάσεις, ώστε να πολτοποιούν τους τελευταίους, στο βωμό του πλουτισμού τους. Μη ξεχνάμε στιγμή ότι την εποχή του Θουκυδίδη, εκείνοι που αποφάσιζαν τον πόλεμο ήταν οι ίδιοι αυτοί που πολεμούσαν κι η ειδοποιός ετούτη διαφορά είναι σα να συγκρίνουμε, σήμερα, τη βούρτσα με το αυγολέμονο.

Η σημερινή κοινωνία, κοινωνία ατόμων (τετριμμένη παρατήρηση), τρεκλίζει περίπου σαν το τέρας του δόκτορος Φρανκενστάιν. Σαπισμένα κομμάτια νεκρής σάρκας, άνευρα και πτωτικά, συρραμένα άκομψα μεταξύ τους, συνιστούν ένα σώμα δίχως ζωή, μια μαριονέτα. Κι ως γνωστόν, πίσω από κάθε μαριονέτα κρύβεται ο μαριονετίστας. Η σημερινή κοινωνία δε συνιστά κοινωνία από μόνη της και συνεπώς - για ν' αποφύγει τη διάλυση - αναζητά συνδετικούς κρίκους σε στοιχεία εκτός εαυτού : χαμένες πατρίδες κι αγιασοφιάδες, σημαίες, σταυρουδάκια και φραμπαλάδες του τσολιά, εθνικοί ύμνοι, ράσα και καμπάνες κι όρεξη να 'χεις, να χάνεις τα λόγια σου. Υπάρχει λόγος, που δε μίλησα για γλώσσα. Είναι γιατί τη σέβομαι. Από την άλλη μεριά, στέκεται η κοινωνία των αρχαίων. Κοινωνία μεστή νοήματος, δεν απειλείται από βραχονησίδες κι ονομαστικές ντρίμπλες, ούτε έχει χρεία ιδεολογημάτων προκειμένου να βασταχθεί όρθια. Είναι πλήρης ζωής, εν αντιθέσει με τη σημερινή, που ρουφά αίμα σα βρυκόλακας, όπου το βρεί φτηνό, απονεκρώνοντας την επικράτειά της. Η κοινωνία των αρχαίων είναι κοινωνία ζωοποιός, σαρκώνοντας τον τόπο και το χρόνο, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί. Έτσι, ένα αθηναϊκό στρατόπεδο στην Ποτίδαια, μια συντροφιά πρέσβεων στο δρόμο προς τη Σπάρτη ή ένας λαός, «αυτοεξόριστος» στα ξύλινα τείχη του, δεν είναι ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο «Αθήνα», απ' όσο θ' αμφέβαλε κανείς.

Ένας ζωντανός οργανισμός, σα χάσει ένα δάκτυλο ή ένα χέρι, δεν παύει να είναι ζωντανός οργανισμός. Δε χάνει στο παραμικρό την αξία του. Θα βρει τον τρόπο, τη δύναμη, να φτιάξει χέρι καινούργιο, να το υποκαταστήσει ή να το καταστήσει αχρείαστο. Από την άλλη, ωστόσο, ένας «Φρανκενστάιν», σα χάσει ένα χέρι ή ένα μάτι, είναι ίδια αφαίρεση τιπότων, ως ήταν πρόσθεση. Ένα πτώμα δε διαφέρει σε τίποτα από μισό, ενάμισο ή ένα τέταρτο. Κρέμεται άθυρμα, ίδιο κι απαράλλαχτο με πριν.

Βλέπεις Πνύκας, είναι καλό!

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Μυθολογικό Σημείωμα [ #002 ]

Άκο μου, τώρα που πιάσαμε λιμάνι, βρήκα ευκαιρία κι έβαλα μπουγάδα, γιατ' είχαμε σκυλοβρωμίσει, τόσο καιρό, στο σαπιοκάραβο. Έπλυνα και τ' άσπρο σου πουκάμισο και κάτι λευκά τεντόπανα, που βρήκα στο μπαούλο, γαριασμένα απ' την κλεισούρα. Τα 'χω απλώσει να στεγνώσουν. Άντε, μπας κι αλλάξουμε, επιτέλους, ετούτη τη μαυρίλα, που 'χεις κρεμασμένη και μας κάνει την καρδιά περιβόλι.

Ήρθα να σου μιλήσω, μα ροχάλιζες του καλού καιρού. Μάλλον, έβλεπες πάλι εφιάλτες και παραμιλούσες ιδρωμένος. Έσκυψα ν' αφουγκραστώ, μα δεν έβγαζες νόημα. Ίδιες ασυναρτησίες, μ' αυτές που λες και ξύπνιος ( γλυκούλη μου, σε πειράζω )! Πόσες φορές, όμως, θα πρέπει να στο πω; Μην τρως μετά τις έντεκα! Αφού δεν το σηκώνει ο οργανισμός σου και βαρυστομαχιάζεις. Άσε που πίνετε σα νεροφίδες - εσύ κι όλοι οι ανεπρόκοποι, 'δω μέσα. Μόνον ο Δίας ξέρει, πώς καταφέραμε τελικά να φτάσουμε στη Νάξο, έτσι φέσι που σωριάζεστε τα βράδια στην πλώρη και καμώνεστε ότι μετράτε τον καιρό και τ' άστρα.

Κανόνισε, κακομοίρη μου, να μου μιλήσεις το πρωί. Μη φύγουμε και δεν προλάβω να μαζέψω τα πλυμένα.

Παλιοβρωμύλε μου, σ' αγαπάω πολύ πολύ! <3
Αριάδνη

Αιγυπτιακό σημείωμα [ #001 ]

« Nedjem, αδερφούλα, πες στη μαμά να μη με περιμένει το μεσημέρι για φαί. Αυτός ο καθίκης που μας κάνει ελληνικά, μ' έπιασε πάλι ν' αντιγράφω στο μάθημα, πήρε μια πλάκα ένα μέτρο μάκρος (μη σου πω παραπάνω) και μ' έβαλε τιμωρία να σκαλίσω τρεις φορές το ίδιο πράμα, μια στα ελληνικά, μια στη γλώσσα μας και μια στις καλικατζούρες των παπάδων. Έλεος! Πού διάολο θα χρησιμέψουν όλες ετούτες οι βλακείες ποτέ; Τέλος πάντων, τα λέμε το βράδυ σπίτι. Nedjes. »

Rashid, 196 π.Χ.